Διαφωνία με έναν άγιο

Υπό Β. Μουστάκη

Δεν είχα τη χάρη από το Θεό να συγχρωτισθώ τον αοίδιμο π. Γερβάσιο. Προσωπικά, είχαμε συναντηθή μια και μόνη φορά, όταν άρρωστο, τον επισκέφθηκα στην κλινική, νομίζω το 1945, κι έμεινα κοντά του λίγα λεπτά της ώρας, μαζί με το πνευματικό του τέκνο, τον συνάδελφο Κωνσταντίνο Κούρκουλα.

Ωστόσο, με αγαπούσε σαν τα πρόσωπα του στενού του πνευματικού περιβάλλοντος κι υπήρχε ανάμεσά μας ένας δεσμός βαθύς εν Χριστώ. Παρακολουθούσε με στοργή ό,τι δημοσίευα σε βιβλία και στον εκκλησιαστικό Τύπον και μου έστελνε που και που γράμματα, όπου, με τρυφερότητα πατρική μού εξεδήλωνε την άδολη χαρά του. Όταν βγάλαμε την «Κιβωτό» με τον Φώτη Κόντογλου, την αγάπησε πολύ, γιατί το πνευματικό του αισθητήριο συνέλαβε όλη την αγνότητα εκείνου του ευλογημένου περιοδικού. Το μόνο που τον στενοχώρησε, ήταν ότι ένα τέτοιο φύλλο, που έκλεινε μέσα του το φως και την ευωδία της Ορθοδοξίας μας, είχε σχεδόν αποκλειστική του γλώσσα τη δημοτική. Ο π.Γερβάσιος ανήκε σε μια άλλη γενεά, με αντιλήψεις για το γλωσσικό ζήτημα τόσο διαφορετικές. Μας εξέφρασε, λοιπόν,  την πικρία του, μάλλον την αναστάτωσι της καρδιάς του για το μειονέκτημα εκείνο, όπως το νόμιζε, ένα μειονέκτημα ισοδύναμο σχεδόν με αμαρτία. Ήταν κάτι, όπου καμμιά συνεννόησι δεν μπορούσε να γίνη μεταξύ μας, μες από τους δρόμους της λογικής. Ωστόσο, αυτή η σκιά δεν άργησε να λείψη. Ο άγιος Γέροντας, αφού έδειξε με την ευθύτητα, που τον διέκρινε, τη διαφωνία του , σαν είδε ότι τα λόγια του δεν ωφελούσαν σε τίποτε – υπάρχουν περιπτώσεις που μην υπακούοντας έναν άγιο άνθρωπο, ευαρεστεί κανείς στο Θεό – δεν ξαναμίλησε για εκείνο το ζήτημα κι έπαψε να δείχνη ότι τον πείραζε το γλωσσικό ιδίωμα της «Κιβωτού», αλλά έδειχνε μόνο αγάπη και θαυμασμό στο ταπεινό και χαριτωμένο έργο της.

Όσιε πατέρα μας Γερβάσιε, πρέσβευε για μας τους αμαρτωλούς, στον Κύριο, χρησιμοποιώντας την αγάπη που είχες όταν ακόμη ήσουν κοντά μας.