Ο Τρισάγιος Ύμνος

Απόσπασμα από τη συνέντευξη της Ε.Μοναχής, πνευματικό παιδί του π.Γερβασίου

Άλλη μια φορά πάλι, μικρή και ζώντας με τον παπούλη η μητέρα μου εκκλησιάστηκε στην Αγία φωτεινή, ενώ εκκλησιάζονταν στην Αγία Αικατερίνη, για να γυρίσει να μαγειρέψει επειδή ήμασταν μεγάλη οικογένεια. Δεν ξέρω ποια υποχρέωση την ανάγκασε να το κάνει αυτό και να εκκλησιαστεί στην Αγία Φωτεινή και τα μεν αγόρια έφυγαν πολύ πιο νωρίτερα γιατί πήγαιναν στο Ιερό ή στο ψαλτήρι και εμάς  μας έντυνε και πήγαμε στην εκκλησία. Εγώ αντί να πάω μπροστά όπως κάθονταν τότε τα παιδιά στα σκαλάκια του Ιερού κάθισα δίπλα της. Αφού τελείωσε η Θ.Λειτουργία και γυρίσαμε στο σπίτι, πήραμε πρωινό και άρχισε αυτή να κάνει τις δουλείες της, άρχισα εγώ να ετοιμάζομαι για το κατηχητικό. (15:35). Γιατί ντύνεσαι; μου λέει, λέω για το κατηχητικό. Δεν χρειάζεται να πας! Γιατί;;; λέω εγώ. Γιατί σήμερα με κόλασες. Πέντε φορές έψαλλαν οι ψάλτες το “Άγιος ο Θεός”. Μία φορά δεν σήκωσες το κουλό σου να κάνεις το Σταυρό σου. Αν κυρά μου εκεί που πάτε δεν σας μαθαίνουν να κάνετε το Σταυρό σας, δεν χρειάζεται να πας. Αν όμως σας το λένε και εσύ πάλι δεν προσέχεις , πάλι δεν πρέπει να πας! Κάτσε εδώ να κάνεις καμιά δουλειά.  Το θυμάμαι με τα ίδια της ακριβώς τα λόγια. Τέλος πάντων ντύθηκα, πήγα στο κατηχητικό και κάθε φορά που πήγαινα στην Εκκλησία ή κάναμε την προσευχή μας την εωθινή θυμόμουν την παρατήρηση της μητέρας μου.  Όταν ήλθε το καλοκαίρι και επήγαμε στην κατασκήνωση την Τρίτη Κυριακή που λειτούργησε ο παπούλης, θυμάμαι κοντά στην κυρία Αθηνά που ήταν στο αναλόγιο, ψάλλαμε μαζί της, γιατί στη Θ. Λειτουργία μετά το πρώτο αναστάσιμο εωθινό ψέλναμε εμείς και όχι οι ψάλτες που έρχονταν απ΄’ την Πάτρα. Στη θέση που καθόμουν μπορούσα να βλέπω την Αγία Τράπεζα της Αγίας Παρασκευής. Λειτουργούσε εκείνη την Κυριακή ο π.Γερβάσιος, δίπλα του ο π. Ιερόθεος αρχιμανδρίτης  και πρωτοσύγκελος τότε και από την άλλη την πλευρά ο π. Δημήτριος ένας νέος ιερέας της Αγίας Τριάδος. Αείμνηστος και αυτός τώρα. Όταν φθάσαμε στο σημείο του τρισαγίου ύμνου της Θ.Λειτουργίας απ τη θέση που ήμουνα μπορούσα να βλέπω τον παπούλη, παρατήρησα λοιπόν, εφόσον το Άγιος ο Θεός το θυμόμουν από την παρατήρηση της μητέρας μου ότι όση ώρα εψάλλετο το Άγιος ο Θεός είχε το χέρι του στο μέτωπό του, άγιος ισχυρός είχε το χέρι του στην κοιλιά του, Άγιος αθάνατος στο δεξί του ώμο και ελέησον ημάς στον αριστερό του ώμο. Το απόγευμα, όχι της ίδιας Κυριακής διότι ο παπούλης θα επήγαινε για κήρυγμα , αλλά την επόμενη μέρα, πάλι μετά τον εσπερινό, πλησίασα και τον ερώτησα γιατί την ώρα της Θ.λειτουργίας καθόταν, ξεχάστηκε το χέρι του , γιατί έκανε έτσι το σταυρό του την ώρα του Τρισαγίου;  Και μου εξήγησε, όσο μπορούσα να καταλάβω εκείνον τον καιρό, όμως μου έμεινε, ότι επειδή το Άγιος ο Θεός απευθύνεται και είναι προσευχή στην Αγία τριάδα, το μεν Άγιος ο Θεός απευθύνεται στο Θεό Πατέρα για αυτό έχουμε το χέρι μας στο μέτωπό μας, το Άγιος Ισχυρός απευθύνεται στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, στον Υιό, ο οποίος ενσαρκώθηκε από την κοιλία της Υπεραγίας Θεοτόκου και το Άγιος Αθάνατος απευθύνεται στο Άγιο Πνεύμα και βάζουμε το χέρι μας στο δεξί μας ώμο ζητώντας τη βοήθειά του και ενίσχυσή του για να αποσοβούμε τη δύναμη του πειρασμού. Δηλαδή μια παρατήρηση της μητέρας μου δικαιολογημένη για μένα έγινε η αιτία με απλά λόγια αλλά πολύ κατανοητά για τη νοημοσύνη ενός παιδιού δέκα χρόνων να μείνει αλησμόνητη για μένα αυτή η επεξήγηση και παρατήρηση. Μπορούσε όντως ο παπούλης με απλά λόγια να κάνει κατήχηση θεολογική.  Σε σημείο που να διεγείρει απορίες ακόμα και μικρά παιδιά όπως π.χ. άκουσα ένα μικρό στο νηπιαγωγείο να κάνει της εξής ερώτηση κυρία αφού ο Χριστός ήταν ο Θεός σε ποιόν προσευχόταν στον κήπο της Γεσθημανή; Παιδί 3 χρόνων. Είχε στην όλη του προσπάθεια βάλει στόχο να μυήσει στους μαθητές και τους ακροατάς των κηρυγμάτων του την εκκλησιαστική ζωή χωρίς να νερώνει όπως λέμε σήμερα το κρασί της κατηχήσεως για το κάνουμε πιο σύγχρονο ίσως και πιο βατό. Ειδικά στη Θ.Λειτουργία έπρεπε να είμαστε ακίνητοι, είτε όρθιοι, είτε στα σκαμνάκια, ειδικά την ώρα του Εξαψάλμου από αυτόν πρωτομάθαμε ότι όση ώρα διαρκεί ο Εξάψαλμος τόση χρονική διάρκεια θα έχει και η Δευτέρα Παρουσία, η ημέρα της κρίσεως. Κάθε απόγευμα δύο δύο στίχους από το προοιμιακό, άλλοτε με δυσκολία , άλλοτε συλλαβίζοντας, έπρεπε να μάθουμε τον προοιμιακό ψαλμό του εσπερινού. Πολλοί λένε ότι η γλώσσα δεν είναι κατανοητή, τα παιδιά δεν μαθαίνουν τα αρχαία ελληνικά, αλλά ο παπούλης δεν υποχωρούσε σε αυτό.